φιγούρα
•
- σχεδίασμα ανθρώπινης μορφής , συχνά νοούμενης ολόσωμης και όχι το πορτραίτο Βικιλεξικό
- ανθρώπινη μορφή που δεν είναι σαφής, γενικό περίγραμμα, σιλουέτα Βικιλεξικό
- είδα στο σοκάκι μια ανδρική φιγούρα
- χαρτί της τράπουλας με απεικόνιση Βικιλεξικό
- η φιγούρα της ντάμας, του βαλέ, παπά
- συγκεκριμένες κινήσεις σε χορούς Βικιλεξικό
- δεν ξέρω τις καινούργιες φιγούρες
- εντυπωσιασμός Βικιλεξικό
- κάνω φιγούρα
- κολιέ με κεντρική φιγουρα ένα μαύρο πετράδι
- τα πρόσωπα, οι ήρωες στον Καραγκιόζη Βικιλεξικό
- η φιγούρα του Χατζηαβάτη
- Μια φορά έπαιζα στο «Κύτταρο»: δεξιά μου ήταν ο καραγκιόζ μπερντές αναμμένος, με τη φιγούρα μου κομμένη και σκαλισμένη από τον γλυκύτατο Ευγένιο Σπαθάρη, διάτρητη για να περνάει το φώς. (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκης, 2025)
- σημαντικό πρόσωπο, με χαρακτηριστικά ασάφειας, σε μια πλοκή ή πραγματική υπόθεση Βικιλεξικό
- στο σκάνδαλο κεντρική φιγούρα ήταν τελικά ο υπεράνω υποψίας υποδιευθυντής
- στην ψυχανάλυση η μητέρα θεωρείται κεντρική φιγούρα
Ετυμολογία
φιγούρα < (άμεσο δάνειο) ιταλική figura < λατινική figura < fingo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰeyǵʰ- (κατασκευάζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φιγούρα | φιγούρες |
| Γενική | φιγούρας | φιγουρών |
| Αιτιατική | φιγούρα | φιγούρες |
| Κλητική | φιγούρα | φιγούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →