Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιλαναγνώστης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που αγαπά την ανάγνωση, τα βιβλία Βικιλεξικό
    • Ο Έλλην φιλαναγνώστης δεν έχει προτιμήσεις. Τον ενδιαφέρουν εξ ίσου όλα τα βιβλία. Πως ημπορεί λοιπόν να του αρνηθεί κανείς τον πνευματικόν άρτον; Δεν το αρνήθηκα ποτέ μου εις κανένα. Βαθμηδόν τα ερμάρια της βιβλιοθήκης μου ήρχισαν να χάσκουν ως γεροντική οδοντοστοιχία. (Παύλος Νιρβάνα, Η βιβλιοφιλία των Ελλήνων ή Πόνος ψυχής, χρονογράφημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εστία» το 1950)
  2. αυτός που είναι συστηματικός αναγνώστης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φιλαναγνώστης < (ελληνιστική κοινή) < φιλ- + ἀναγνώστης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφιλαναγνώστηςφιλαναγνώστες
Γενικήφιλαναγνώστηφιλαναγνωστών
Αιτιατικήφιλαναγνώστηφιλαναγνώστες
Κλητικήφιλαναγνώστηφιλαναγνώστες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →