Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιλαυτία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η υπερβολική αγάπη για τον εαυτό μας, που συνεπάγεται την αδιαφορία για τις ανάγκες των άλλων Βικιλεξικό
    • Με την πρώτη του ιδιότητα είχε κιόλας κερδίσει μεγάλη φήμη και δόξα, που ικανοποιούσε απόλυτα τη φιλαυτία του. (Μ. Καραγάτσης, Ο κίτρινος φάκελος, 1956)

Ετυμολογία

φιλαυτία < αρχαία ελληνική φιλαυτία < φίλαυτος < φίλος + ἑαυτοῦ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφιλαυτίαφιλαυτίες
Γενικήφιλαυτίαςφιλαυτιών
Αιτιατικήφιλαυτίαφιλαυτίες
Κλητικήφιλαυτίαφιλαυτίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →