φιλευσπλαχνία
•
- η ιδιότητα του φιλεύσπλαχνου, το να είναι κάποιος φιλεύσπλαχνος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιλευσπλαχνία < φιλεύσπλαχν(ος) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλευσπλαχνία | φιλευσπλαχνίες |
| Γενική | φιλευσπλαχνίας | φιλευσπλαχνιών |
| Αιτιατική | φιλευσπλαχνία | φιλευσπλαχνίες |
| Κλητική | φιλευσπλαχνία | φιλευσπλαχνίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →