φιλώ
•
- ακουμπώ τα χείλη μου με τρυφερότητα σε κάποιον, δίνω ένα φιλί, ασπάζομαι Βικιλεξικό
- Και συ στόμα οπού εφίλησα (Α. Κάλβος, Εις θάνατον, ΚΣΤ)
- φίλησα τον Κώστα
- μέσης διάθεσηςφιλιέμαι (λιγότερο δόκιμο, φιλιούμαι): φιλάω κάποιον και το ανταποδίδει, ανταλλάσσω φιλί με κάποιον ή (πιο παλιά) και παθητικό, δηλαδή Βικιλεξικό
- φιλιέμαι με τον Κώστα
- κοίτα, αυτοί φιλιούνται μπροστά στον κόσμο
- παθητικής διάθεσηςφιλιέμαι: με φιλούν Βικιλεξικό
- η φιλημένη (αυτή που έκατσε και την φίλησαν, ως στίγμα τους περασμένους αιώνες για ανύπαντρα κορίτσια)
- μεταφορικάως αποχαιρετισμός, στο τέλος επιστολής ή τηλεφωνήματος Βικιλεξικό
- άντε να κλείσουμε να δουλέψω και λίγο, σε φιλώ
Ετυμολογία
φιλώ < αρχαία ελληνική φιλέω-φιλῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φιλάω / φιλώ | φιλάς | φιλά / φιλάει | φιλάμε / φιλούμε | φιλάτε | φιλάν / φιλάνε / φιλούν / φιλούνε |
| Παρατατικός | φίλαγα / φιλούσα | φίλαγες / φιλούσες | φίλαγε / φιλούσε | φιλάγαμε / φιλούσαμε | φιλάγατε / φιλούσατε | φίλαγαν / φιλάγανε / φιλούσαν / φιλούσανε |
| Αόριστος | φίλησα | φίλησες | φίλησε | φιλήσαμε | φιλήσατε | φίλησαν / φιλήσαν |
| Μέλλοντας | θα φιλάω / θα φιλήσω / θα φιλώ | θα φιλάς / θα φιλήσεις | θα φιλά / θα φιλάει / θα φιλήσει | θα φιλάμε / θα φιλήσουμε / θα φιλούμε | θα φιλάτε / θα φιλήσετε | θα φιλάν / θα φιλάνε / θα φιλούν / θα φιλούνε |
| Υποτακτική | να φιλάω / να φιλήσω / να φιλώ | να φιλάς / να φιλήσεις | να φιλά / να φιλάει / να φιλήσει | να φιλάμε / να φιλήσουμε / να φιλούμε | να φιλάτε / να φιλήσετε | να φιλάν / να φιλάνε / να φιλούν / να φιλούνε |
| Προστακτική | — | φίλα / φίλαγε / φίλησε | — | — | φιλάτε / φιλήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →