φιλοζωικός
•
- που έχει σχέση με τον φιλόζωο ή τη φιλοζωία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με τον φιλόζωο ή τη φιλοζωία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιλοζωικός < φιλόζωος / φιλοζωία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλοζωικός | φιλοζωική | φιλοζωικό |
| Γενική | φιλοζωικού | φιλοζωικής | φιλοζωικού |
| Αιτιατική | φιλοζωικό | φιλοζωική | φιλοζωικό |
| Κλητική | φιλοζωικέ | φιλοζωική | φιλοζωικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλοζωικοί | φιλοζωικές | φιλοζωικά |
| Γενική | φιλοζωικών | φιλοζωικών | φιλοζωικών |
| Αιτιατική | φιλοζωικούς | φιλοζωικές | φιλοζωικά |
| Κλητική | φιλοζωικοί | φιλοζωικές | φιλοζωικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →