Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιλοζωικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον φιλόζωο ή τη φιλοζωία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με τον φιλόζωο ή τη φιλοζωία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φιλοζωικός < φιλόζωος / φιλοζωία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλοζωικόςφιλοζωικήφιλοζωικό
Γενικήφιλοζωικούφιλοζωικήςφιλοζωικού
Αιτιατικήφιλοζωικόφιλοζωικήφιλοζωικό
Κλητικήφιλοζωικέφιλοζωικήφιλοζωικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλοζωικοίφιλοζωικέςφιλοζωικά
Γενικήφιλοζωικώνφιλοζωικώνφιλοζωικών
Αιτιατικήφιλοζωικούςφιλοζωικέςφιλοζωικά
Κλητικήφιλοζωικοίφιλοζωικέςφιλοζωικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →