φιστικώνω
•
- ταΐζω, ή προσφέρω φιστίκια Βικιλεξικό
- αργκό, (μεταφορικά) προβαίνω σε συνουσία (για άνδρα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιστικώνω < φιστίκι + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φιστικώνω | φιστικώνεις | φιστικώνει | φιστικώνουμε | φιστικώνετε | φιστικώνουν / φιστικώνουνε |
| Παρατατικός | φιστίκωνα | φιστίκωνες | φιστίκωνε | φιστικώναμε | φιστικώνατε | φιστίκωναν / φιστικώναν / φιστικώνανε |
| Αόριστος | φιστίκωσα | φιστίκωσες | φιστίκωσε | φιστικώσαμε | φιστικώσατε | φιστίκωσαν / φιστικώσαν / φιστικώσανε |
| Μέλλοντας | θα φιστικώνω / θα φιστικώσω | θα φιστικώνεις / θα φιστικώσεις | θα φιστικώνει / θα φιστικώσει | θα φιστικώνουμε / θα φιστικώσουμε | θα φιστικώνετε / θα φιστικώσετε | θα φιστικώνουν / θα φιστικώνουνε / θα φιστικώσουν / θα φιστικώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φιστικώσει | έχεις φιστικώσει | έχει φιστικώσει | έχουμε φιστικώσει | έχετε φιστικώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φιστικώσει | είχες φιστικώσει | είχε φιστικώσει | είχαμε φιστικώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φιστικώσει / να φιστικώνω / να φιστικώσω | να έχεις φιστικώσει / να φιστικώνεις / να φιστικώσεις | να έχει φιστικώσει / να φιστικώνει / να φιστικώσει | να έχουμε φιστικώσει / να φιστικώνουμε / να φιστικώσουμε | να έχετε φιστικώσει / να φιστικώνετε / να φιστικώσετε | να φιστικώνουν / να φιστικώνουνε / να φιστικώσουν / να φιστικώσουνε |
| Προστακτική | — | φιστίκωνε / φιστίκωσε | — | — | φιστικώνετε / φιστικώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →