φληναφώ
•
- λόγιομιλώ πολύ χωρίς να λέω κάτι ουσιαστικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φληναφώ < αρχαία ελληνική φληναφάω / φληναφῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φληναφώ | φληναφείς | φληναφεί | φληναφούμε | φληναφείτε | φληναφούν / φληναφούνε |
| Παρατατικός | φληναφούσα | φληναφούσες | φληναφούσε | φληναφούσαμε | φληναφούσατε | φληναφούσαν / φληναφούσανε |
| Αόριστος | φληνάφησα | φληνάφησες | φληνάφησε | φληναφήσαμε | φληναφήσατε | φληνάφησαν / φληναφήσαν / φληναφήσανε |
| Μέλλοντας | θα φληναφήσω / θα φληναφώ | θα φληναφήσεις / θα φληναφείς | θα φληναφήσει / θα φληναφεί | θα φληναφήσουμε / θα φληναφούμε | θα φληναφήσετε / θα φληναφείτε | θα φληναφήσουν / θα φληναφήσουνε / θα φληναφούν / θα φληναφούνε |
| Παρακείμενος | έχω φληναφήσει | έχεις φληναφήσει | έχει φληναφήσει | έχουμε φληναφήσει | έχετε φληναφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φληναφήσει | είχες φληναφήσει | είχε φληναφήσει | είχαμε φληναφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φληναφήσει / να φληναφήσω / να φληναφώ | να έχεις φληναφήσει / να φληναφήσεις / να φληναφείς | να έχει φληναφήσει / να φληναφήσει / να φληναφεί | να έχουμε φληναφήσει / να φληναφήσουμε / να φληναφούμε | να έχετε φληναφήσει / να φληναφήσετε / να φληναφείτε | να φληναφήσουν / να φληναφήσουνε / να φληναφούν / να φληναφούνε |
| Προστακτική | — | φληνάφει / φληνάφησε | — | — | φληναφήστε / φληναφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →