φοβέρα
•
- απειλή που εκτοξεύεται για να αποκτήσει ή να μη χάσει κάποιος τον έλεγχο Βικιλεξικό
- «γιατί τά 'σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά» (Διονύσιος Σολωμός, Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν (1823), 4η στροφή)
Ετυμολογία
φοβέρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φοβέρα < με αναδρομικό σχηματισμό ελληνιστική κοινή φοβερίζω < (αρχαία ελληνική φοβερός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φοβέρα | φοβέρες |
| Γενική | φοβέρας | — |
| Αιτιατική | φοβέρα | φοβέρες |
| Κλητική | φοβέρα | φοβέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →