φόρμα
•
- καλούπι που δίνει μορφή σε άλλα αντικείμενα όταν αυτά είναι από από εύπλαστο υλικό ή γίνονται εύπλαστα κάτω από ειδικές συνθήκες Βικιλεξικό
- Φόρμα για γλυκά.
- μεταφορικάτο αποτέλεσμα του φορμαρίσματος Βικιλεξικό
- Το παλτό/τα μαλλιά μου έχασαν τη φόρμα τους.
- μεταφορικάη μορφή ή τα χαρακτηριστικά στοιχεία διάφορων καλλιτεχνικών έργων Βικιλεξικό
- Η φόρμα σονάτας.
- Οι φόρμες των ιμπρεσιονιστών.
- Οι νέες φόρμες στη μουσική.
- ρούχα για σκληρές, χειρωνακτικές ή γενικά κοπιαστικές δουλειές από τις οποίες μπορεί κάποιος να λερωθεί ή και το ρούχο του να φθαρεί/σκιστεί -συχνά ολόσωμα Βικιλεξικό
- Η φόρμα του εργάτη.
- Η αθλητική φόρμα.
- Η φόρμα του μωρού.
- Η φόρμα αδυνατίσματος. (συνήθως για να ιδρώνει κάποιος και να χάνει βάρος)
- μεταφορικάη καλή και φυσική, σωματική ή ψυχολογική κατάσταση Βικιλεξικό
- Δεν είμαι στις φόρμες μου σήμερα.
- Είμαι σε καλή/κακή φόρμα. < μάλλον από νεότερες εκφράσεις, όπως γαλλικά en forme, γερμανικά in Form και αγγλικά in form
- έτοιμη αίτηση ή έγγραφο με στερεότυπες εκφράσεις το οποίο πρέπει να συμπληρώνει ένας ενδιαφερόμενος με τα στοιχεία του Βικιλεξικό
- Συμπληρώστε παρακαλώ τη φόρμα.
Ετυμολογία
φόρμα < (άμεσο δάνειο) ιταλική forma < λατινική forma < ετρουσκική *morma < αρχαία ελληνική μορφή (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φόρμα | φόρμες |
| Γενική | φόρμας | φορμών |
| Αιτιατική | φόρμα | φόρμες |
| Κλητική | φόρμα | φόρμες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →