φορμαλισμός
•
- η υπερεκτίμηση της αξίας του τύπου σε βάρος της ουσίας Βικιλεξικό
- η προσκόλληση στις φόρμες, η τυπολατρία, η εμμονή στο ήδη μορφοποιημένο και τυπικό και γενικά αποδεκτό κατά το παρελθόν ή που το καθορίζει μια ανώτερη εξουσία στο παρόν, στηριζόμενη όμως σε σχήματα του παρελθόντος Βικιλεξικό
- συμπεριφορά επιτρεπτή εντός συστήματος ή μεθοδολογία που το περιγράφει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φορμαλισμός < γαλλική formalisme
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φορμαλισμός | φορμαλισμοί |
| Γενική | φορμαλισμού | φορμαλισμών |
| Αιτιατική | φορμαλισμό | φορμαλισμούς |
| Κλητική | φορμαλισμέ | φορμαλισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →