φοροκαταιγίδα
•
- οικονομίαλήψη και επιβολή πολλών φορολογικών μέτρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φοροκαταιγίδα < φόρ(ος) + -ο- + καταιγίδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φοροκαταιγίδα | φοροκαταιγίδες |
| Γενική | φοροκαταιγίδας | φοροκαταιγίδων |
| Αιτιατική | φοροκαταιγίδα | φοροκαταιγίδες |
| Κλητική | φοροκαταιγίδα | φοροκαταιγίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →