Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φουτουρισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. καλλιτεχνικό ρεύμα που ξεκίνησε το 1909 από την Ιταλία (από ιδεολόγο του φασισμού χωρίς αυτό να καθορίσει πάντως το σύνολο του κινήματος) και που αποτύπωσε στην τέχνη τη μεγάλη αλλαγή των καιρών, δηλαδή τη λατρεία της τεχνικής, της μηχανικής, της ταχύτητας, το δυναμισμό, αλλά και την ωραιοποίηση της βίας και του πολέμου Βικιλεξικό
    • Ἄν εἴχαμε σκοπὸ ν’ ἀκολουθήσουμε καμμιὰ φιλολογικὴ σχολή, οὔτε ὁ δυσκολολόγιστος κλασικισμός, οὔτε ὁ ξεμάλλιαρος φουτουρισμός, οὔτε ὁ συμβολισμὸς ὁ στρυφνός, οὔτε ὁ ρωμαντισμὸς ὁ πολύχρωμος, οὔτε ὁ φωτογραφικὸς ρεαλισμὸς θὰ μᾶς σκλάβωναν. (Δημοσιεύτηκε χωρίς υπογραφή, αποδίδεται στον έναν εκ των ιδρυτών του περιοδικού, Δημητρό Ζαχαριάδη, Ἀφορμές, ἀντὶ γιὰ πρόγραμμα, σελ. 1-3 από το τεύχος 1 (1911) του περιοδικού «Γράμματα»)

Ετυμολογία

φουτουρισμός < απόδοση του όρου futurismο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφουτουρισμόςφουτουρισμοί
Γενικήφουτουρισμούφουτουρισμών
Αιτιατικήφουτουρισμόφουτουρισμούς
Κλητικήφουτουρισμέφουτουρισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →