Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φουτουριστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο καλλιτέχνης (ζωγράφος, λογοτέχνης, γλύπτης, σκηνοθέτης κ.λπ.) που εμπνεύσθηκε από το ρεύμα του φουτουρισμού στις αρχές και μέχρι περίπου τα μέσα του περασμένου αιώνα Βικιλεξικό
  2. ο οπαδός του ιδεολογικού μανιφέστου του φουτουρισμού ή των δευτερογενών τάσεων του κινήματος -αυτές στερούνταν πολιτικής χροιάς και θεωρούσαν τον φουτουρισμό ως γενικό θάνατο του παλιού και δυναμική έκφραση του καινούργιου Βικιλεξικό
  3. τρόπον τινά μελλοντολόγος, άτομο που ασχολείται με προβλέψεις για το μέλλον, όχι από προφητική και δεισιδαιμονική σκοπιά, αλλά από σχετικά επιστημονική, χωρίς όμως να είναι και ειδικός μελλοντολόγος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φουτουριστής < φουτουρισ(μος) + -τής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφουτουριστήςφουτουριστές
Γενικήφουτουριστήφουτουριστών
Αιτιατικήφουτουριστήφουτουριστές
Κλητικήφουτουριστήφουτουριστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →