φουτουριστικός
•
- σχετικός με τον φουτουρισμό Βικιλεξικό
- φουτουριστική τέχνη, διακόσμηση, ζωγραφική, μουσική, αρχιτεκτονική, γλυπτική, ιδεολογία, νοοτροπία
- φουτουριστικό σινεμά, διήγημα
- φουτουριστικός τρόπος απεικόνισης
Ετυμολογία
φουτουριστικός < φουτουριστ(ής) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φουτουριστικός | φουτουριστική | φουτουριστικό |
| Γενική | φουτουριστικού | φουτουριστικής | φουτουριστικού |
| Αιτιατική | φουτουριστικό | φουτουριστική | φουτουριστικό |
| Κλητική | φουτουριστικέ | φουτουριστική | φουτουριστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φουτουριστικοί | φουτουριστικές | φουτουριστικά |
| Γενική | φουτουριστικών | φουτουριστικών | φουτουριστικών |
| Αιτιατική | φουτουριστικούς | φουτουριστικές | φουτουριστικά |
| Κλητική | φουτουριστικοί | φουτουριστικές | φουτουριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →