φούντος
•
- πυθμένας, βυθός Βικιλεξικό
- αποτυχία κάποιας προσπάθειας, επιχείρησης Βικιλεξικό
- ναυάγιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φούντος < όψιμη ελληνιστική κοινήφοῦντος < λατινική fundus (βυθός) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα*bʰudʰ-(m)n-o-s → δείτε τη λέξη φούντο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →