φούρκα
•
- οργή που σιγοκαίει, εκνευρισμός που σιγοβράζει Βικιλεξικό
- Έχω μια φούρκα που δεν λέγεται!
- είδος υποστηρικτικού πασσάλου, ίσιο κλαδί που καταλήγει σε διχάλα Βικιλεξικό
- ξύλινη κατασκευή σε σχήμα ταυ (αγχόνη, κρεμάλα) Βικιλεξικό
- στενή ορεινή διάβαση, στενωπός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φούρκα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ως φόρκες στον Ησυχιο ή μεσαιωνική ελληνική φοῦρκα < λατινική furca
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φούρκα | φούρκες |
| Γενική | φούρκας | — |
| Αιτιατική | φούρκα | φούρκες |
| Κλητική | φούρκα | φούρκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →