Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φρέαρ

/ˈfɾe.aɾ/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το πηγάδι, η λακκούβα, το φρεάτιο Βικιλεξικό
    • 1888 ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Τελευταία βαπτιστική
    • 1911 Αδ. Αδαμαντίου, Αγνείας πείρα, Μέρος Γ΄, Λαογραφικόν, Λαογραφία, τόμ. 3, σελ. 417
  2. κατακόρυφο στενό όρυγμα το οποίο διανοίγεται στο έδαφος για την εκμετάλλευση κοιτάσματος Βικιλεξικό
    • μεταλλευτικά φρέατα
  3. κατ’ επέκτασηόρυγμα στο μετρό Βικιλεξικό
    • τερματικό φρέαρ
  4. θαλάσσια τάφρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φρέαρ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φρέαρ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφρέαρφρέατα
Γενικήφρέατοςφρεάτων
Αιτιατικήφρέαρφρέατα
Κλητικήφρέαρφρέατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →