φρεσκοπλυμένος
•
- που μόλις πλύθηκε (για ρούχο ή πράγμα) Βικιλεξικό
- που μόλις βγήκε από το μπάνιο (για άνθρωπο) Βικιλεξικό
- Μας ήρθε φρεσκοπλυμένος, φρεσκοξυρισμένος και παρφουμαρισμένος.
Ετυμολογία
φρεσκοπλυμένος < φρεσκο- + πλυμένος
Άλλοι τύποι
φρεσκοπλυμέναφρεσκοπλυμένεφρεσκοπλυμένεςφρεσκοπλυμένηφρεσκοπλυμένηςφρεσκοπλυμένοφρεσκοπλυμένοιφρεσκοπλυμένοςφρεσκοπλυμένουφρεσκοπλυμένουςφρεσκοπλυμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →