πλένω
•
- με νερό και σαπούνι ή απορρυπαντικό καθαρίζω τα ρούχα, τα πιάτα (ή κάτι άλλο) από τις βρομιές Βικιλεξικό
- Τελείωσε το φαΐ σου και μετά να πλύνεις τα πιάτα και να καθαρίσεις το τραπέζι. (Χρήστος Βακαλόπουλος, Οι πτυχιούχοι)
- με νερό και σαπούνι ή σαμπουάν καθαρίζω το σώμα μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλένω < αρχαία ελληνική πλύνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *plew- (πλένω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλένω | πλένεις | πλένει | πλένουμε | πλένετε | πλένουν / πλένουνε |
| Παρατατικός | έπλενα | έπλενες | έπλενε | πλέναμε | πλένατε | έπλεναν / πλέναν / πλένανε |
| Αόριστος | έπλυνα | έπλυνες | έπλυνε | πλύναμε | πλύνατε | έπλυναν / πλύναν / πλύνανε |
| Μέλλοντας | θα πλένω / θα πλύνω | θα πλένεις / θα πλύνεις | θα πλένει / θα πλύνει | θα πλένουμε / θα πλύνουμε | θα πλένετε / θα πλύνετε | θα πλένουν / θα πλένουνε / θα πλύνουν / θα πλύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω πλύνει | έχεις πλύνει | έχει πλύνει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλύνει | είχες πλύνει | είχε πλύνει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλύνει / να πλένω / να πλύνω | να έχεις πλύνει / να πλένεις / να πλύνεις | να έχει πλύνει / να πλένει / να πλύνει | να πλένουμε / να πλύνουμε | να πλένετε / να πλύνετε | να πλένουν / να πλένουνε / να πλύνουν / να πλύνουνε |
| Προστακτική | — | έχε πλυμένο / πλένε / πλύνε | — | — | πλένετε / πλύντε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →