Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φρυγανίζω

ρήμα
•
  1. ξεροψήνω Βικιλεξικό
  2. ψήνω το ψωμί τόσο, ώστε να γίνει τραγανό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φρυγανίζω < φρύγανο

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςφρυγανίζωφρυγανίζειςφρυγανίζειφρυγανίζουμεφρυγανίζετεφρυγανίζουν / φρυγανίζουνε
Παρατατικόςφρυγάνιζαφρυγάνιζεςφρυγάνιζεφρυγανίζαμεφρυγανίζατεφρυγάνιζαν / φρυγανίζαν / φρυγανίζανε
Αόριστοςφρυγάνισαφρυγάνισεςφρυγάνισεφρυγανίσαμεφρυγανίσατεφρυγάνισαν / φρυγανίσαν / φρυγανίσανε
Μέλλονταςθα φρυγανίζω / θα φρυγανίσωθα φρυγανίζεις / θα φρυγανίσειςθα φρυγανίζει / θα φρυγανίσειθα φρυγανίζουμε / θα φρυγανίσουμεθα φρυγανίζετε / θα φρυγανίσετεθα φρυγανίζουν / θα φρυγανίζουνε / θα φρυγανίσουν / θα φρυγανίσουνε
Παρακείμενοςέχω φρυγανίσειέχεις φρυγανίσειέχει φρυγανίσειέχουμε φρυγανίσειέχετε φρυγανίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα φρυγανίσειείχες φρυγανίσειείχε φρυγανίσειείχαμε φρυγανίσει——
Υποτακτικήνα έχω φρυγανίσει / να φρυγανίζω / να φρυγανίσωνα έχεις φρυγανίσει / να φρυγανίζεις / να φρυγανίσειςνα έχει φρυγανίσει / να φρυγανίζει / να φρυγανίσεινα έχουμε φρυγανίσει / να φρυγανίζουμε / να φρυγανίσουμενα έχετε φρυγανίσει / να φρυγανίζετε / να φρυγανίσετενα φρυγανίζουν / να φρυγανίζουνε / να φρυγανίσουν / να φρυγανίσουνε
Προστακτική—φρυγάνιζε / φρυγάνισε——φρυγανίζετε / φρυγανίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →