φρυγανίζω
•
- ξεροψήνω Βικιλεξικό
- ψήνω το ψωμί τόσο, ώστε να γίνει τραγανό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φρυγανίζω < φρύγανο
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φρυγανίζω | φρυγανίζεις | φρυγανίζει | φρυγανίζουμε | φρυγανίζετε | φρυγανίζουν / φρυγανίζουνε |
| Παρατατικός | φρυγάνιζα | φρυγάνιζες | φρυγάνιζε | φρυγανίζαμε | φρυγανίζατε | φρυγάνιζαν / φρυγανίζαν / φρυγανίζανε |
| Αόριστος | φρυγάνισα | φρυγάνισες | φρυγάνισε | φρυγανίσαμε | φρυγανίσατε | φρυγάνισαν / φρυγανίσαν / φρυγανίσανε |
| Μέλλοντας | θα φρυγανίζω / θα φρυγανίσω | θα φρυγανίζεις / θα φρυγανίσεις | θα φρυγανίζει / θα φρυγανίσει | θα φρυγανίζουμε / θα φρυγανίσουμε | θα φρυγανίζετε / θα φρυγανίσετε | θα φρυγανίζουν / θα φρυγανίζουνε / θα φρυγανίσουν / θα φρυγανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φρυγανίσει | έχεις φρυγανίσει | έχει φρυγανίσει | έχουμε φρυγανίσει | έχετε φρυγανίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φρυγανίσει | είχες φρυγανίσει | είχε φρυγανίσει | είχαμε φρυγανίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φρυγανίσει / να φρυγανίζω / να φρυγανίσω | να έχεις φρυγανίσει / να φρυγανίζεις / να φρυγανίσεις | να έχει φρυγανίσει / να φρυγανίζει / να φρυγανίσει | να έχουμε φρυγανίσει / να φρυγανίζουμε / να φρυγανίσουμε | να έχετε φρυγανίσει / να φρυγανίζετε / να φρυγανίσετε | να φρυγανίζουν / να φρυγανίζουνε / να φρυγανίσουν / να φρυγανίσουνε |
| Προστακτική | — | φρυγάνιζε / φρυγάνισε | — | — | φρυγανίζετε / φρυγανίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →