φταίχτης
•
- αυτός που είναι υπαίτιος για κάποιο σφάλμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φταίχτης < φταίω < πταίω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φταίχτης | φταίχτες |
| Γενική | φταίχτη | φταιχτών |
| Αιτιατική | φταίχτη | φταίχτες |
| Κλητική | φταίχτη | φταίχτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →