φτυάρι
•
- εργαλείομε μακριά λαβή και πλατύ μεταλλικό έλασμα για τη μεταφορά χώματος, χαλικιών, λάσπης κ.λπ. ή για σκάψιμο σε μαλακό έδαφος Βικιλεξικό
- λοστοί, ρασκέτες, φτυάρια περνοῦν ἀπό χέρι σέ χέρι μέ ἀστραπιαία βία καί χειρίζονται μέ πεῖρα καί γρηγοράδα, ἐνῷ ἄγριες σάν πολεμικές ἰαχές, σχεδόν πρωτόγονες, ἀκούγονται ν'ανεβαίνουν ἀπό τή γραδελάδα στήν κουβέρτα. (Κωνσταντίνος Χαρ. Κουλιανός, Υγρά Κύθηρα (διηγήματα), εκδ. Μαυρίδη, 2008, σελ. 182)
- εργαλείομακρύ ξύλινο αντικείμενο με πλατιά άκρη για το φούρνισμα του ψωμιού Βικιλεξικό
- μεταφορικάκουτσομπολιό, θάψιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φτυάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φτυάρι (με συνίζηση για αποφυγή χασμωδίας και ανομοίωση τρόπου αρθρώσεως [pt > ft]) < ελληνιστική κοινή πτυάριον, υποκοριστικό του πτύον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φτυάρι | φτυάρια |
| Γενική | φτυαριού | φτυαριών |
| Αιτιατική | φτυάρι | φτυάρια |
| Κλητική | φτυάρι | φτυάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →