φυλαγμένος
•
- που αποθηκεύεται Βικιλεξικό
- Ψάχνω το κοκκινο πουλόβερ αλλά δεν θυμάμαι που το έχω φυλαγμένο
- που κάπου φυλάσσεται καλά Βικιλεξικό
- Το είχαν επτασφράγιστο, καλά φυλαγμένο μυστικό
- που είναι προφυλαγμένος, παίρνει προληπτικά μέτρα, προσέχει για ένα ενδεχόμενο κακό Βικιλεξικό
- Δεν είσαι καλά φυλαγμένος και θα μου κρυώσεις, βάλε ένα κασκόλ.
Ετυμολογία
φυλαγμένος < μετοχή παρακειμένου του ρήματος φυλάγομαι < φυλάγω < μεσαιωνικό φυλάγω < αρχαία ελληνική φυλάττω και φυλάσσω
Άλλοι τύποι
φυλαγμέναφυλαγμένεφυλαγμένεςφυλαγμένηφυλαγμένηςφυλαγμένοφυλαγμένοιφυλαγμένοςφυλαγμένουφυλαγμένουςφυλαγμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →