Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φυλλοξηρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την φυλλοξήρα ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φυλλοξηρικός < φυλλοξήρα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφυλλοξηρικόςφυλλοξηρικήφυλλοξηρικό
Γενικήφυλλοξηρικούφυλλοξηρικήςφυλλοξηρικού
Αιτιατικήφυλλοξηρικόφυλλοξηρικήφυλλοξηρικό
Κλητικήφυλλοξηρικέφυλλοξηρικήφυλλοξηρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφυλλοξηρικοίφυλλοξηρικέςφυλλοξηρικά
Γενικήφυλλοξηρικώνφυλλοξηρικώνφυλλοξηρικών
Αιτιατικήφυλλοξηρικούςφυλλοξηρικέςφυλλοξηρικά
Κλητικήφυλλοξηρικοίφυλλοξηρικέςφυλλοξηρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →