φυλλοξηρικός
•
- που έχει σχέση με την φυλλοξήρα ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φυλλοξηρικός < φυλλοξήρα + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φυλλοξηρικός | φυλλοξηρική | φυλλοξηρικό |
| Γενική | φυλλοξηρικού | φυλλοξηρικής | φυλλοξηρικού |
| Αιτιατική | φυλλοξηρικό | φυλλοξηρική | φυλλοξηρικό |
| Κλητική | φυλλοξηρικέ | φυλλοξηρική | φυλλοξηρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φυλλοξηρικοί | φυλλοξηρικές | φυλλοξηρικά |
| Γενική | φυλλοξηρικών | φυλλοξηρικών | φυλλοξηρικών |
| Αιτιατική | φυλλοξηρικούς | φυλλοξηρικές | φυλλοξηρικά |
| Κλητική | φυλλοξηρικοί | φυλλοξηρικές | φυλλοξηρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →