φυσητός
•
- που για να δημιουργηθεί ή να κατασκευαστεί απαιτείται φύσημα αέρα, π.χ. με ένα φυσερό ή με το στόμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φυσητός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή φυσητός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φυσητός | φυσητή | φυσητό |
| Γενική | φυσητού | φυσητής | φυσητού |
| Αιτιατική | φυσητό | φυσητή | φυσητό |
| Κλητική | φυσητέ | φυσητή | φυσητό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φυσητοί | φυσητές | φυσητά |
| Γενική | φυσητών | φυσητών | φυσητών |
| Αιτιατική | φυσητούς | φυσητές | φυσητά |
| Κλητική | φυσητοί | φυσητές | φυσητά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →