Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φυτευτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. φυτό που έχει φυτευτεί, σε αντιδιαστολή προς τα αυτοφυές Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάτο τεχνητό, μη φυσικό, που μεταμοσχεύεται, τοποθετείται Βικιλεξικό
    • φυτευτά δόντια, μαλλιά φυτευτές βλεφαρίδες
  3. μεταφορικάπου δεν ανήκει κάπου, που δε βρέθηκε εκεί με φυσικό, αποδεκτό τρόπο Βικιλεξικό
    • Ήρθε φυτευτός από τον υπουργό, χωρίς διαγωνισμούς, χωρίς προσόντα

Ετυμολογία

φυτευτός < αρχαία ελληνική φυτευτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφυτευτόςφυτευτήφυτευτό
Γενικήφυτευτούφυτευτήςφυτευτού
Αιτιατικήφυτευτόφυτευτήφυτευτό
Κλητικήφυτευτέφυτευτήφυτευτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφυτευτοίφυτευτέςφυτευτά
Γενικήφυτευτώνφυτευτώνφυτευτών
Αιτιατικήφυτευτούςφυτευτέςφυτευτά
Κλητικήφυτευτοίφυτευτέςφυτευτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →