Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φύτευση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το φύτεμα, η τοποθέτηση σπόρων ή τμημάτων φυτού στο χώμα για να αναπτυχθεί νέο φυτό Βικιλεξικό
    • Στην αρχή ο χασλαμάς, δηλαδή το καπνοσπορείο, μετά η φύτευση στο χωράφι, οι ενδιάμεσες καλλιεργητικές εργασίες, ώσπου να χρυσίσει το φύλλο, μετά το μάζεμα το πρωί πριν βγει ο ήλιος, για να περαστούν με τη βελόνα στο σπάγκο και να κρεμαστούν (Ζαφείρης Μέκκος, Ριζώσαμε στην Κομοτηνή, εκδ. Ηρόδοτος, 2002, σελ. 76)

Ετυμολογία

φύτευση < αρχαία ελληνική φύτευσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφύτευσηφυτεύσεις
Γενικήφύτευσηςφυτεύσεων
Αιτιατικήφύτευσηφυτεύσεις
Κλητικήφύτευσηφυτεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →