χάδι
•
- απαλή κίνηση του χεριού πάνω στο σώμα άλλου προσώπου, σε ένδειξη αγάπης ή τρυφερότητας Βικιλεξικό
- θα 'θελα να σε χορτάσω όλο χάδια και φιλιά (Μάρκος Βαμβακάρης, Η Φραγκοσυριανή, τραγούδι)
- μεταφορικάαπαλή αίσθηση αφής Βικιλεξικό
- βγαίνοντας έξω ένιωσε το χάδι του ανέμου
- Με ξύπνησε το χάδι της μικρής αχτίδας του ήλιου που έμπαινε ανάμεσα απ΄ την γρίλια του παραθύρου δίπλα στην πόρτα εισόδου, στο μικρό και ανήλιαγο διαμέρισμά μου των σαράντα όλο κι όλο τετραγωνικών. (Δημήτρης Βασιλειάδης, Καμιά καλή πράξη δεν μένει ατιμώρητη, Αστυνομικό μυθιστόρημα, 2014 https://www.google.gr/books/edition/%CE%9A%CE%91%CE%9C%CE%99%CE%91_%CE%9A%CE%91%CE%9B%CE%97_%CE%A0%CE%A1%CE%91%CE%9E%CE%97_%CE%94%CE%95_%CE%9C%CE%95/aHtcAwAAQBAJ?hl=el&gbpv=1&dq=%CE%B1%CF%87%CF%84%CE%AF%CE%B4%CE%B1&pg=PA2&printsec=frontcover)
Ετυμολογία
χάδι < μεσαιωνική ελληνική χάδι < χάιδι με αποβολή του ημιφώνου
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χάδι | χάδια |
| Γενική | χαδιού | χαδιών |
| Αιτιατική | χάδι | χάδια |
| Κλητική | χάδι | χάδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →