Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χάδι

/ˈxa.ði/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. απαλή κίνηση του χεριού πάνω στο σώμα άλλου προσώπου, σε ένδειξη αγάπης ή τρυφερότητας Βικιλεξικό
    • θα 'θελα να σε χορτάσω όλο χάδια και φιλιά (Μάρκος Βαμβακάρης, Η Φραγκοσυριανή, τραγούδι)
  2. μεταφορικάαπαλή αίσθηση αφής Βικιλεξικό
    • βγαίνοντας έξω ένιωσε το χάδι του ανέμου
    • Με ξύπνησε το χάδι της μικρής αχτίδας του ήλιου που έμπαινε ανάμεσα απ΄ την γρίλια του παραθύρου δίπλα στην πόρτα εισόδου, στο μικρό και ανήλιαγο διαμέρισμά μου των σαράντα όλο κι όλο τετραγωνικών. (Δημήτρης Βασιλειάδης, Καμιά καλή πράξη δεν μένει ατιμώρητη, Αστυνομικό μυθιστόρημα, 2014 https://www.google.gr/books/edition/%CE%9A%CE%91%CE%9C%CE%99%CE%91_%CE%9A%CE%91%CE%9B%CE%97_%CE%A0%CE%A1%CE%91%CE%9E%CE%97_%CE%94%CE%95_%CE%9C%CE%95/aHtcAwAAQBAJ?hl=el&gbpv=1&dq=%CE%B1%CF%87%CF%84%CE%AF%CE%B4%CE%B1&pg=PA2&printsec=frontcover)

Ετυμολογία

χάδι < μεσαιωνική ελληνική χάδι < χάιδι με αποβολή του ημιφώνου

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχάδιχάδια
Γενικήχαδιούχαδιών
Αιτιατικήχάδιχάδια
Κλητικήχάδιχάδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →