χαϊδεύω
•
- ψαύω απαλά με τα δάκτυλα Βικιλεξικό
- χαϊδεύοντας όλο της το σταυρωμένο επίσης πόδι μέχρι το σημείο όπου το μπατζάκι της απόληγε αφήνοντας εκτεθειμένο λίγο λευκό δέρμα του ποδιού πριν απ' τα μαύρα της μποτάκια, και χάιδευε το ακάλυπτο σημείο του ποδιού της ή κατέβαζε ανεπαισθήτως λίγο το μπατζάκι της. (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
- Στο μεταξύ είχα πλησιάσει το άλογο και πήγαινα να το πιάσω από το χαλινάρι. Εκείνο όμως αντέδρασε και έκανε ένα βήμα πίσω. ... «Santa Madonna! τι κάνεις εκεί;» φώναξε ο άγνωστος, λες και έπρεπε να γνώριζα από άλογα. «Χάιδεψέ του πρώτα τη μουσούδα για να το ηρεμήσεις» (Βαρβάρα-Ρίτα Αθανασιάδου, Ένας χρόνος στην Τοσκάνη, AA Publishing, 2015, σελίδα xv)
- εκφράζω τρυφερότητα Βικιλεξικό
- περιποιούμαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαϊδεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χαϊδεύω < χάιδι < ἠχάδιον με σημασία νανούρισμα, κανάκεμα → δείτε τη λέξη χάιδι < αρχαία ελληνική ήχος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χαϊδεύω | χαϊδεύεις | χαϊδεύει | χαϊδεύουμε | χαϊδεύετε | χαϊδεύουν / χαϊδεύουνε |
| Παρατατικός | χάιδευα | χάιδευες | χάιδευε | χαϊδεύαμε | χαϊδεύατε | χάιδευαν / χαϊδεύαν / χαϊδεύανε |
| Αόριστος | χάιδεψα | χάιδεψες | χάιδεψε | χαϊδέψαμε | χαϊδέψατε | χάιδεψαν / χαϊδέψαν / χαϊδέψανε |
| Μέλλοντας | θα χαϊδέψω / θα χαϊδεύω | θα χαϊδέψεις / θα χαϊδεύεις | θα χαϊδέψει / θα χαϊδεύει | θα χαϊδέψουμε / θα χαϊδεύουμε | θα χαϊδέψετε / θα χαϊδεύετε | θα χαϊδέψουν / θα χαϊδέψουνε / θα χαϊδεύουν / θα χαϊδεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω χαϊδέψει | έχεις χαϊδέψει | έχει χαϊδέψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χαϊδέψει | είχες χαϊδέψει | είχε χαϊδέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χαϊδέψει / να χαϊδέψω / να χαϊδεύω | να έχεις χαϊδέψει / να χαϊδέψεις / να χαϊδεύεις | να έχει χαϊδέψει / να χαϊδέψει / να χαϊδεύει | να χαϊδέψουμε / να χαϊδεύουμε | να χαϊδέψετε / να χαϊδεύετε | να χαϊδέψουν / να χαϊδέψουνε / να χαϊδεύουν / να χαϊδεύουνε |
| Προστακτική | — | έχε χαϊδεμένο / χάιδευε / χάιδεψε | — | — | χαϊδέψτε / χαϊδεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χαϊδεύτηκαχαϊδεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →