χήρα
•
- γυναίκα που έχει πεθάνει ο νόμιμος σύζυγός της και δεν έχει παντρευτεί Βικιλεξικό
- Αυτές οι ζεβζεκιές τον φάγανε Ελισώ μου, αυτές τον σκοτώσανε κι όχι το αστροπελέκι και μ' άφησε χήρα και μοναχή μου, κακόχρονο να'χει ο πεζεβένγκης. (Δημήτρης Τσαλίδης, Γιοκ τζάνιμ, εκδ. Νεφέλη, 2005, σελ. 46)
Ετυμολογία
χήρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χήρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χήρα | χήρες |
| Γενική | χήρας | χηρών |
| Αιτιατική | χήρα | χήρες |
| Κλητική | χήρα | χήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →