χαροποιώ
•
- προξενώ χαρά, κάνω κάποιον χαρούμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαροποιώ < (ελληνιστική κοινή) / χαροποιῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χαροποιώ | χαροποιείς | χαροποιεί | χαροποιούμε | χαροποιείτε | χαροποιούν / χαροποιούνε |
| Παρατατικός | χαροποιούσα | χαροποιούσες | χαροποιούσε | χαροποιούσαμε | χαροποιούσατε | χαροποιούσαν / χαροποιούσανε |
| Αόριστος | χαροποίησα | χαροποίησες | χαροποίησε | χαροποιήσαμε | χαροποιήσατε | χαροποίησαν / χαροποιήσαν / χαροποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα χαροποιήσω / θα χαροποιώ | θα χαροποιήσεις / θα χαροποιείς | θα χαροποιήσει / θα χαροποιεί | θα χαροποιήσουμε / θα χαροποιούμε | θα χαροποιήσετε / θα χαροποιείτε | θα χαροποιήσουν / θα χαροποιήσουνε / θα χαροποιούν / θα χαροποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω χαροποιήσει | έχεις χαροποιήσει | έχει χαροποιήσει | έχουμε χαροποιήσει | έχετε χαροποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χαροποιήσει | είχες χαροποιήσει | είχε χαροποιήσει | είχαμε χαροποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χαροποιήσει / να χαροποιήσω / να χαροποιώ | να έχεις χαροποιήσει / να χαροποιήσεις / να χαροποιείς | να έχει χαροποιήσει / να χαροποιήσει / να χαροποιεί | να έχουμε χαροποιήσει / να χαροποιήσουμε / να χαροποιούμε | να έχετε χαροποιήσει / να χαροποιήσετε / να χαροποιείτε | να χαροποιήσουν / να χαροποιήσουνε / να χαροποιούν / να χαροποιούνε |
| Προστακτική | — | χαροποίει / χαροποίησε | — | — | χαροποιήστε / χαροποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →