χαρτοπαικτικός
•
- αυτός που σχετίζεται με τη χαρτοπαιξία ή με το χαρτοπαίκτη Βικιλεξικό
- χαρτοπαικτική λέσχη
Ετυμολογία
χαρτοπαικτικός, ήδη το 1866 < χαρτοπαίκτ(ης) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρτοπαικτικός | χαρτοπαικτική | χαρτοπαικτικό |
| Γενική | χαρτοπαικτικού | χαρτοπαικτικής | χαρτοπαικτικού |
| Αιτιατική | χαρτοπαικτικό | χαρτοπαικτική | χαρτοπαικτικό |
| Κλητική | χαρτοπαικτικέ | χαρτοπαικτική | χαρτοπαικτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρτοπαικτικοί | χαρτοπαικτικές | χαρτοπαικτικά |
| Γενική | χαρτοπαικτικών | χαρτοπαικτικών | χαρτοπαικτικών |
| Αιτιατική | χαρτοπαικτικούς | χαρτοπαικτικές | χαρτοπαικτικά |
| Κλητική | χαρτοπαικτικοί | χαρτοπαικτικές | χαρτοπαικτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →