Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαρτοπαίχτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. εκείνος που συνηθίζει να παίζει χαρτιά, που έχει το πάθος με την χαρτοπαιξία Βικιλεξικό
    • Ο Κηρομάνος ήταν δειλός άντρας και σπάνια κατέφευγε σε τέτοιες πρακτικές, Εκείνος προτιμούσε τις γαλιφιές και τα χαμόγελα, την υπομονή και το καλόπιασμα. Εγώ απ' την πρώτη στιγμή υιοθέτησα το και ο άγιος φοβέρα θέλει, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για χρεωμένους κουμαρτζήδες, χαρτοπαίχτες και μεθύστακες των καφέ σαντάν, γεροπαραλυμένους που έστελναν δαχτυλίδια και κολιέ σε θεατρίνες. (Ισίδωρος Ζουργός, Παλιές και νέες χώρες, εκδ. Πατάκης, 2023)

Ετυμολογία

χαρτοπαίχτης < χαρτοπαίκτης με τροπή [kt] > [xt], χαρτο- + παίχτης < (καθαρεύουσα) χαρτοπαικτῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαρτοπαίχτηςχαρτοπαίχτες
Γενικήχαρτοπαίχτηχαρτοπαιχτών
Αιτιατικήχαρτοπαίχτηχαρτοπαίχτες
Κλητικήχαρτοπαίχτηχαρτοπαίχτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →