Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χειραγωγήσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου μπορεί να χειραγωγηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χειραγωγήσιμος < χειραγωγώ + -ιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχειραγωγήσιμοςχειραγωγήσιμηχειραγωγήσιμο
Γενικήχειραγωγήσιμουχειραγωγήσιμηςχειραγωγήσιμου
Αιτιατικήχειραγωγήσιμοχειραγωγήσιμηχειραγωγήσιμο
Κλητικήχειραγωγήσιμεχειραγωγήσιμηχειραγωγήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχειραγωγήσιμοιχειραγωγήσιμεςχειραγωγήσιμα
Γενικήχειραγωγήσιμωνχειραγωγήσιμωνχειραγωγήσιμων
Αιτιατικήχειραγωγήσιμουςχειραγωγήσιμεςχειραγωγήσιμα
Κλητικήχειραγωγήσιμοιχειραγωγήσιμεςχειραγωγήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →