χειραγωγήσιμος
•
- λόγιοπου μπορεί να χειραγωγηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειραγωγήσιμος < χειραγωγώ + -ιμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χειραγωγήσιμος | χειραγωγήσιμη | χειραγωγήσιμο |
| Γενική | χειραγωγήσιμου | χειραγωγήσιμης | χειραγωγήσιμου |
| Αιτιατική | χειραγωγήσιμο | χειραγωγήσιμη | χειραγωγήσιμο |
| Κλητική | χειραγωγήσιμε | χειραγωγήσιμη | χειραγωγήσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χειραγωγήσιμοι | χειραγωγήσιμες | χειραγωγήσιμα |
| Γενική | χειραγωγήσιμων | χειραγωγήσιμων | χειραγωγήσιμων |
| Αιτιατική | χειραγωγήσιμους | χειραγωγήσιμες | χειραγωγήσιμα |
| Κλητική | χειραγωγήσιμοι | χειραγωγήσιμες | χειραγωγήσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →