χειραγωγώ
•
- λόγιοοδηγώ κάποιον πιάνοντάς τον απ’ το χέρι Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκαθοδηγώ Βικιλεξικό
- λόγιοεπηρεάζω κάποιον και τον κατευθύνω σαν να είναι ένα άβουλο ον, διότι έχω συγκεκριμένο σκοπό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειραγωγώ < ελληνιστική κοινή χειραγωγέω / χειραγωγῶ < αρχαία ελληνική χείρ + ἄγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χειραγωγώ | χειραγωγείς | χειραγωγεί | χειραγωγούμε | χειραγωγείτε | χειραγωγούν / χειραγωγούνε |
| Παρατατικός | χειραγωγούσα | χειραγωγούσες | χειραγωγούσε | χειραγωγούσαμε | χειραγωγούσατε | χειραγωγούσαν / χειραγωγούσανε |
| Αόριστος | χειραγώγησα | χειραγώγησες | χειραγώγησε | χειραγωγήσαμε | χειραγωγήσατε | χειραγωγήσαν / χειραγωγήσανε / χειραγώγησαν |
| Μέλλοντας | θα χειραγωγήσω / θα χειραγωγώ | θα χειραγωγήσεις / θα χειραγωγείς | θα χειραγωγήσει / θα χειραγωγεί | θα χειραγωγήσουμε / θα χειραγωγούμε | θα χειραγωγήσετε / θα χειραγωγείτε | θα χειραγωγήσουν / θα χειραγωγήσουνε / θα χειραγωγούν / θα χειραγωγούνε |
| Παρακείμενος | έχω χειραγωγήσει | έχεις χειραγωγήσει | έχει χειραγωγήσει | έχουμε χειραγωγήσει | έχετε χειραγωγήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χειραγωγήσει | είχες χειραγωγήσει | είχε χειραγωγήσει | είχαμε χειραγωγήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χειραγωγήσει / να χειραγωγήσω / να χειραγωγώ | να έχεις χειραγωγήσει / να χειραγωγήσεις / να χειραγωγείς | να έχει χειραγωγήσει / να χειραγωγήσει / να χειραγωγεί | να έχουμε χειραγωγήσει / να χειραγωγήσουμε / να χειραγωγούμε | να έχετε χειραγωγήσει / να χειραγωγήσετε / να χειραγωγείτε | να χειραγωγήσουν / να χειραγωγήσουνε / να χειραγωγούν / να χειραγωγούνε |
| Προστακτική | — | χειραγώγει / χειραγώγησε | — | — | χειραγωγήστε / χειραγωγείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →