Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χειραγωγώ

ρήμα
•
  1. λόγιοοδηγώ κάποιον πιάνοντάς τον απ’ το χέρι Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηκαθοδηγώ Βικιλεξικό
  3. λόγιοεπηρεάζω κάποιον και τον κατευθύνω σαν να είναι ένα άβουλο ον, διότι έχω συγκεκριμένο σκοπό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χειραγωγώ < ελληνιστική κοινή χειραγωγέω / χειραγωγῶ < αρχαία ελληνική χείρ + ἄγω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχειραγωγώχειραγωγείςχειραγωγείχειραγωγούμεχειραγωγείτεχειραγωγούν / χειραγωγούνε
Παρατατικόςχειραγωγούσαχειραγωγούσεςχειραγωγούσεχειραγωγούσαμεχειραγωγούσατεχειραγωγούσαν / χειραγωγούσανε
Αόριστοςχειραγώγησαχειραγώγησεςχειραγώγησεχειραγωγήσαμεχειραγωγήσατεχειραγωγήσαν / χειραγωγήσανε / χειραγώγησαν
Μέλλονταςθα χειραγωγήσω / θα χειραγωγώθα χειραγωγήσεις / θα χειραγωγείςθα χειραγωγήσει / θα χειραγωγείθα χειραγωγήσουμε / θα χειραγωγούμεθα χειραγωγήσετε / θα χειραγωγείτεθα χειραγωγήσουν / θα χειραγωγήσουνε / θα χειραγωγούν / θα χειραγωγούνε
Παρακείμενοςέχω χειραγωγήσειέχεις χειραγωγήσειέχει χειραγωγήσειέχουμε χειραγωγήσειέχετε χειραγωγήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα χειραγωγήσειείχες χειραγωγήσειείχε χειραγωγήσειείχαμε χειραγωγήσει——
Υποτακτικήνα έχω χειραγωγήσει / να χειραγωγήσω / να χειραγωγώνα έχεις χειραγωγήσει / να χειραγωγήσεις / να χειραγωγείςνα έχει χειραγωγήσει / να χειραγωγήσει / να χειραγωγείνα έχουμε χειραγωγήσει / να χειραγωγήσουμε / να χειραγωγούμενα έχετε χειραγωγήσει / να χειραγωγήσετε / να χειραγωγείτενα χειραγωγήσουν / να χειραγωγήσουνε / να χειραγωγούν / να χειραγωγούνε
Προστακτική—χειραγώγει / χειραγώγησε——χειραγωγήστε / χειραγωγείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →