χειριστής
•
- επάγγελμαεκείνος που χειρίζεται ένα μηχάνημα που συνήθως ο χειρισμός του απαιτεί ειδικές τεχνικές γνώσεις Βικιλεξικό
- βιολογίααλληλουχία DNA που βρίσκεται μεταξύ του υποκινητή και του πρώτου δομικού γονιδίου σε ένα οπερόνιο, στην οποία συνδέεται ο καταστολέας και εμποδίζει την RNA πολυμεράση να αρχίσει τη μεταγραφή των γονιδίων του οπερονίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειριστής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χειριστής < χειρίζω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική manipulateur :: για τον όρο στη βιολογία: → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χειριστής | χειριστές |
| Γενική | χειριστή | χειριστών |
| Αιτιατική | χειριστή | χειριστές |
| Κλητική | χειριστή | χειριστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →