Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χειροπρακτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη χειροπρακτική ή τον χειροπράκτη ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοχειροπρακτική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χειροπρακτικός < χειροπράκτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχειροπρακτικόςχειροπρακτικήχειροπρακτικό
Γενικήχειροπρακτικούχειροπρακτικήςχειροπρακτικού
Αιτιατικήχειροπρακτικόχειροπρακτικήχειροπρακτικό
Κλητικήχειροπρακτικέχειροπρακτικήχειροπρακτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχειροπρακτικοίχειροπρακτικέςχειροπρακτικά
Γενικήχειροπρακτικώνχειροπρακτικώνχειροπρακτικών
Αιτιατικήχειροπρακτικούςχειροπρακτικέςχειροπρακτικά
Κλητικήχειροπρακτικοίχειροπρακτικέςχειροπρακτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →