χεράτος
•
- προφορικόπου γίνεται με το χέρι Βικιλεξικό
- χορόςείδος χορού κατά τον οποίο οι χορευτές κρατιούνται από το χέρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χεράτος < χέρι + -άτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χεράτος | χεράτη | χεράτο |
| Γενική | χεράτου | χεράτης | χεράτου |
| Αιτιατική | χεράτο | χεράτη | χεράτο |
| Κλητική | χεράτε | χεράτη | χεράτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χεράτοι | χεράτες | χεράτα |
| Γενική | χεράτων | χεράτων | χεράτων |
| Αιτιατική | χεράτους | χεράτες | χεράτα |
| Κλητική | χεράτοι | χεράτες | χεράτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →