χερσώνω
•
- κάνω κάποια έκταση γης χέρσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χερσώνω < ελληνιστική κοινή χερσόω / χερσῶ + -ώνω < αρχαία ελληνική χέρσος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χερσώνω | χερσώνεις | χερσώνει | χερσώνουμε | χερσώνετε | χερσώνουν / χερσώνουνε |
| Παρατατικός | χέρσωνα | χέρσωνες | χέρσωνε | χερσώναμε | χερσώνατε | χέρσωναν / χερσώναν / χερσώνανε |
| Αόριστος | χέρσωσα | χέρσωσες | χέρσωσε | χερσώσαμε | χερσώσατε | χέρσωσαν / χερσώσαν / χερσώσανε |
| Μέλλοντας | θα χερσώνω / θα χερσώσω | θα χερσώνεις / θα χερσώσεις | θα χερσώνει / θα χερσώσει | θα χερσώνουμε / θα χερσώσουμε | θα χερσώνετε / θα χερσώσετε | θα χερσώνουν / θα χερσώνουνε / θα χερσώσουν / θα χερσώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χερσώσει | έχεις χερσώσει | έχει χερσώσει | έχουμε χερσώσει | έχετε χερσώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χερσώσει | είχες χερσώσει | είχε χερσώσει | είχαμε χερσώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χερσώσει / να χερσώνω / να χερσώσω | να έχεις χερσώσει / να χερσώνεις / να χερσώσεις | να έχει χερσώσει / να χερσώνει / να χερσώσει | να έχουμε χερσώσει / να χερσώνουμε / να χερσώσουμε | να έχετε χερσώσει / να χερσώνετε / να χερσώσετε | να χερσώνουν / να χερσώνουνε / να χερσώσουν / να χερσώσουνε |
| Προστακτική | — | χέρσωνε / χέρσωσε | — | — | χερσώνετε / χερσώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →