χιάζω
•
- δημιουργώ το σχήμα του Χ Βικιλεξικό
- επισημαίνω με το σήμα Χ ότι κάτι χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή Βικιλεξικό
- διαγράφω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χιάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χιάζω (κάνω σχήμα Χ)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χιάζω | χιάζεις | χιάζει | χιάζουμε | χιάζετε | χιάζουν / χιάζουνε |
| Παρατατικός | χίαζα | χίαζες | χίαζε | χιάζαμε | χιάζατε | χίαζαν / χιάζαν / χιάζανε |
| Αόριστος | χίασα | χίασες | χίασε | χιάσαμε | χιάσατε | χίασαν / χιάσαν / χιάσανε |
| Μέλλοντας | θα χιάζω / θα χιάσω | θα χιάζεις / θα χιάσεις | θα χιάζει / θα χιάσει | θα χιάζουμε / θα χιάσουμε | θα χιάζετε / θα χιάσετε | θα χιάζουν / θα χιάζουνε / θα χιάσουν / θα χιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χιάσει | έχεις χιάσει | έχει χιάσει | έχουμε χιάσει | έχετε χιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χιάσει | είχες χιάσει | είχε χιάσει | είχαμε χιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χιάσει / να χιάζω / να χιάσω | να έχεις χιάσει / να χιάζεις / να χιάσεις | να έχει χιάσει / να χιάζει / να χιάσει | να έχουμε χιάσει / να χιάζουμε / να χιάσουμε | να έχετε χιάσει / να χιάζετε / να χιάσετε | να χιάζουν / να χιάζουνε / να χιάσουν / να χιάσουνε |
| Προστακτική | — | χίαζε / χίασε | — | — | χιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →