χιονοσανίδα
•
- ειδική σανίδα που εφαρμόζει στα πόδια ενός αθλητή ή αθλούμενου, ώστε να κινείται με κάποιους τρόπους σε χιονισμένες επιφάνειες Βικιλεξικό
- αθλητισμόςσχετικό άθλημα με τη χρήση χιονοσανίδας (1) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χιονοσανίδα < χιονο- + σανίδα (① (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική snowboard· ② (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική snowboarding)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χιονοσανίδα | χιονοσανίδες |
| Γενική | χιονοσανίδας | χιονοσανίδων |
| Αιτιατική | χιονοσανίδα | χιονοσανίδες |
| Κλητική | χιονοσανίδα | χιονοσανίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →