σανίδα
•
- παραλληλόγραμμο κομμάτι ξύλου με μικρό πάχος Βικιλεξικό
- Έβλεπα άλλους σκλάβους πάνω στη σανίδα του σκλαβοπάζαρου, γυμνούς από τη μέση και πάνω για να τους επιθεωρήσουν οι πιθανοί αγοραστές τους. Δίπλα τους στέκονταν οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους, που κλαίγοντας παρακαλούσαν τους δουλέμπορους να μην τους χωρίσουνε, αλλά να τους πάρουν κι αυτους μαζί με τον πατέρα τους. Αλλά τα παρακάλια τους δεν τα άκουγε ποτέ κανείς. (*)
- μεταφορικάεπίπεδη, γυμνασμένη και χωρίς πάχος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σανίδα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σανίς από την αιτιατική ενικού «τὴν σανίδα»
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σανίδα | σανίδες |
| Γενική | σανίδας | σανίδων |
| Αιτιατική | σανίδα | σανίδες |
| Κλητική | σανίδα | σανίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →