Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σανίδα

/saˈniða/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παραλληλόγραμμο κομμάτι ξύλου με μικρό πάχος Βικιλεξικό
    • Έβλεπα άλλους σκλάβους πάνω στη σανίδα του σκλαβοπάζαρου, γυμνούς από τη μέση και πάνω για να τους επιθεωρήσουν οι πιθανοί αγοραστές τους. Δίπλα τους στέκονταν οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους, που κλαίγοντας παρακαλούσαν τους δουλέμπορους να μην τους χωρίσουνε, αλλά να τους πάρουν κι αυτους μαζί με τον πατέρα τους. Αλλά τα παρακάλια τους δεν τα άκουγε ποτέ κανείς. (*)
  2. μεταφορικάεπίπεδη, γυμνασμένη και χωρίς πάχος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σανίδα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σανίς από την αιτιατική ενικού «τὴν σανίδα»

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσανίδασανίδες
Γενικήσανίδαςσανίδων
Αιτιατικήσανίδασανίδες
Κλητικήσανίδασανίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →