Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χλιμιντρίζω

/xli.minˈdɾi.zo/ρήμα
•
  1. βγάζω τη χαρακτηριστική φωνή του αλόγου Βικιλεξικό
    • Δίνει βιτσιά του μαύρου της κ' εκείνος χλιμιντρίζει, | Του ξαναδίνει κι' άλλη μια που τον αέρα σχίζει, | Μαύρος μπουχός ̓σηκώθηκε , σὰν σίγνεφο διαβαίνει, | Καὶ μίλια σαν τον ̓πέρασε, στέκει καὶ τὸν προσμένει
    • έψαξε πάλι γύρω, δεν μπορεί κάτι θα υπήρχε να χτυπήσει το πεισματάρικο άτι. Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη. Της τράβηξε εκείνος τα χάμουρα όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν ο φόβος και το μεθύσι, πού θα πήγαινε, θα το τιθάσευε το αγρίμι, αλλά το άλογο όρθωσε ξανά το ανάστημά του και όρμησε εναντίον του.

Ετυμολογία

χλιμιντρίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χλιμιτρίζω / χλιμιντρίζω < αρχαία ελληνική χρεμετίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχλιμιντρίζωχλιμιντρίζειςχλιμιντρίζειχλιμιντρίζουμεχλιμιντρίζετεχλιμιντρίζουν / χλιμιντρίζουνε
Παρατατικόςχλιμίντριζαχλιμίντριζεςχλιμίντριζεχλιμιντρίζαμεχλιμιντρίζατεχλιμίντριζαν / χλιμιντρίζαν / χλιμιντρίζανε
Αόριστοςχλιμίντρισαχλιμίντρισεςχλιμίντρισεχλιμιντρίσαμεχλιμιντρίσατεχλιμίντρισαν / χλιμιντρίσαν / χλιμιντρίσανε
Μέλλονταςθα χλιμιντρίζω / θα χλιμιντρίσωθα χλιμιντρίζεις / θα χλιμιντρίσειςθα χλιμιντρίζει / θα χλιμιντρίσειθα χλιμιντρίζουμε / θα χλιμιντρίσουμεθα χλιμιντρίζετε / θα χλιμιντρίσετεθα χλιμιντρίζουν / θα χλιμιντρίζουνε / θα χλιμιντρίσουν / θα χλιμιντρίσουνε
Παρακείμενοςέχω χλιμιντρίσειέχεις χλιμιντρίσειέχει χλιμιντρίσειέχουμε χλιμιντρίσειέχετε χλιμιντρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα χλιμιντρίσειείχες χλιμιντρίσειείχε χλιμιντρίσειείχαμε χλιμιντρίσει——
Υποτακτικήνα έχω χλιμιντρίσει / να χλιμιντρίζω / να χλιμιντρίσωνα έχεις χλιμιντρίσει / να χλιμιντρίζεις / να χλιμιντρίσειςνα έχει χλιμιντρίσει / να χλιμιντρίζει / να χλιμιντρίσεινα έχουμε χλιμιντρίσει / να χλιμιντρίζουμε / να χλιμιντρίσουμενα έχετε χλιμιντρίσει / να χλιμιντρίζετε / να χλιμιντρίσετενα χλιμιντρίζουν / να χλιμιντρίζουνε / να χλιμιντρίσουν / να χλιμιντρίσουνε
Προστακτική—χλιμίντριζε / χλιμίντρισε——χλιμιντρίζετε / χλιμιντρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →