χλιμιντρίζω
•
- βγάζω τη χαρακτηριστική φωνή του αλόγου Βικιλεξικό
- Δίνει βιτσιά του μαύρου της κ' εκείνος χλιμιντρίζει, | Του ξαναδίνει κι' άλλη μια που τον αέρα σχίζει, | Μαύρος μπουχός ̓σηκώθηκε , σὰν σίγνεφο διαβαίνει, | Καὶ μίλια σαν τον ̓πέρασε, στέκει καὶ τὸν προσμένει
- έψαξε πάλι γύρω, δεν μπορεί κάτι θα υπήρχε να χτυπήσει το πεισματάρικο άτι. Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη. Της τράβηξε εκείνος τα χάμουρα όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν ο φόβος και το μεθύσι, πού θα πήγαινε, θα το τιθάσευε το αγρίμι, αλλά το άλογο όρθωσε ξανά το ανάστημά του και όρμησε εναντίον του.
Ετυμολογία
χλιμιντρίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χλιμιτρίζω / χλιμιντρίζω < αρχαία ελληνική χρεμετίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χλιμιντρίζω | χλιμιντρίζεις | χλιμιντρίζει | χλιμιντρίζουμε | χλιμιντρίζετε | χλιμιντρίζουν / χλιμιντρίζουνε |
| Παρατατικός | χλιμίντριζα | χλιμίντριζες | χλιμίντριζε | χλιμιντρίζαμε | χλιμιντρίζατε | χλιμίντριζαν / χλιμιντρίζαν / χλιμιντρίζανε |
| Αόριστος | χλιμίντρισα | χλιμίντρισες | χλιμίντρισε | χλιμιντρίσαμε | χλιμιντρίσατε | χλιμίντρισαν / χλιμιντρίσαν / χλιμιντρίσανε |
| Μέλλοντας | θα χλιμιντρίζω / θα χλιμιντρίσω | θα χλιμιντρίζεις / θα χλιμιντρίσεις | θα χλιμιντρίζει / θα χλιμιντρίσει | θα χλιμιντρίζουμε / θα χλιμιντρίσουμε | θα χλιμιντρίζετε / θα χλιμιντρίσετε | θα χλιμιντρίζουν / θα χλιμιντρίζουνε / θα χλιμιντρίσουν / θα χλιμιντρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χλιμιντρίσει | έχεις χλιμιντρίσει | έχει χλιμιντρίσει | έχουμε χλιμιντρίσει | έχετε χλιμιντρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χλιμιντρίσει | είχες χλιμιντρίσει | είχε χλιμιντρίσει | είχαμε χλιμιντρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χλιμιντρίσει / να χλιμιντρίζω / να χλιμιντρίσω | να έχεις χλιμιντρίσει / να χλιμιντρίζεις / να χλιμιντρίσεις | να έχει χλιμιντρίσει / να χλιμιντρίζει / να χλιμιντρίσει | να έχουμε χλιμιντρίσει / να χλιμιντρίζουμε / να χλιμιντρίσουμε | να έχετε χλιμιντρίσει / να χλιμιντρίζετε / να χλιμιντρίσετε | να χλιμιντρίζουν / να χλιμιντρίζουνε / να χλιμιντρίσουν / να χλιμιντρίσουνε |
| Προστακτική | — | χλιμίντριζε / χλιμίντρισε | — | — | χλιμιντρίζετε / χλιμιντρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →