χρεμετίζω
•
- κυριολεκτικάχλιμιντρίζω Βικιλεξικό
- […] ολόκληρη η φάρμα ξέσπασε τραγουδώντας το «Ζώα της Αγγλίας», σε καταπληκτική ομοφωνία. Οι αγελάδες το μουγκάνιζαν, οι σκύλοι το αλυχτούσαν, τα πρόβατα το βέλαζαν, τα άλογα το χρεμέτιζαν, οι πάπιες το έκρωζαν. Κι όλοι απολάμβαναν το τραγούδι τόσο πολύ, ώστε το τραγούδησαν πέντε φορές στη σειρά, και θα συνέχιζαν να το τραγουδούν όλη τη νύχτα αν δεν τους διέκοπταν.
- μεταφορικάμιλάω σα να χλιμιντρίζω με αυξομειώσεις έντασης της φωνής Βικιλεξικό
- Η κυρία Μαρουλία σκούπιζε τα σάλια της, χρεμέτιζε μια τελευταία φορά και ξανάμπαινε στην ντουλάπα του χολ. Από την ίδια πόρτα έβγαινε η μαμά φορώντας τα κανονικά της ρούχα.
Ετυμολογία
χρεμετίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χρεμετίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χρεμετίζω | χρεμετίζεις | χρεμετίζει | χρεμετίζουμε | χρεμετίζετε | χρεμετίζουν / χρεμετίζουνε |
| Παρατατικός | χρεμέτιζα | χρεμέτιζες | χρεμέτιζε | χρεμετίζαμε | χρεμετίζατε | χρεμέτιζαν / χρεμετίζαν / χρεμετίζανε |
| Αόριστος | χρεμέτισα | χρεμέτισες | χρεμέτισε | χρεμετίσαμε | χρεμετίσατε | χρεμέτισαν / χρεμετίσαν / χρεμετίσανε |
| Μέλλοντας | θα χρεμετίζω / θα χρεμετίσω | θα χρεμετίζεις / θα χρεμετίσεις | θα χρεμετίζει / θα χρεμετίσει | θα χρεμετίζουμε / θα χρεμετίσουμε | θα χρεμετίζετε / θα χρεμετίσετε | θα χρεμετίζουν / θα χρεμετίζουνε / θα χρεμετίσουν / θα χρεμετίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χρεμετίσει | έχεις χρεμετίσει | έχει χρεμετίσει | έχουμε χρεμετίσει | έχετε χρεμετίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χρεμετίσει | είχες χρεμετίσει | είχε χρεμετίσει | είχαμε χρεμετίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χρεμετίσει / να χρεμετίζω / να χρεμετίσω | να έχεις χρεμετίσει / να χρεμετίζεις / να χρεμετίσεις | να έχει χρεμετίσει / να χρεμετίζει / να χρεμετίσει | να έχουμε χρεμετίσει / να χρεμετίζουμε / να χρεμετίσουμε | να έχετε χρεμετίσει / να χρεμετίζετε / να χρεμετίσετε | να χρεμετίζουν / να χρεμετίζουνε / να χρεμετίσουν / να χρεμετίσουνε |
| Προστακτική | — | χρεμέτιζε / χρεμέτισε | — | — | χρεμετίζετε / χρεμετίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →