Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χολεριάζω

ρήμα
•
  1. αμετάβατοπάσχω από χολέρα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπρόκειται να αρρωστήσω από χολέρα ή να μολυνθώ, επειδή π.χ. το σπίτι ή ο χώρος είναι πολύ βρόμικος, τα ρούχα επίσης, γενικά όταν επικρατούν ανθυγιεινές συνθήκες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χολεριάζω < χολέρα + -ιάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχολεριάζωχολεριάζειςχολεριάζειχολεριάζουμεχολεριάζετεχολεριάζουν / χολεριάζουνε
Παρατατικόςχολέριαζαχολέριαζεςχολέριαζεχολεριάζαμεχολεριάζατεχολέριαζαν / χολεριάζαν / χολεριάζανε
Αόριστοςχολέριασαχολέριασεςχολέριασεχολεριάσαμεχολεριάσατεχολέριασαν / χολεριάσαν / χολεριάσανε
Μέλλονταςθα χολεριάζω / θα χολεριάσωθα χολεριάζεις / θα χολεριάσειςθα χολεριάζει / θα χολεριάσειθα χολεριάζουμε / θα χολεριάσουμεθα χολεριάζετε / θα χολεριάσετεθα χολεριάζουν / θα χολεριάζουνε / θα χολεριάσουν / θα χολεριάσουνε
Παρακείμενοςέχω χολεριάσειέχεις χολεριάσειέχει χολεριάσειέχουμε χολεριάσειέχετε χολεριάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα χολεριάσειείχες χολεριάσειείχε χολεριάσειείχαμε χολεριάσει——
Υποτακτικήνα έχω χολεριάσει / να χολεριάζω / να χολεριάσωνα έχεις χολεριάσει / να χολεριάζεις / να χολεριάσειςνα έχει χολεριάσει / να χολεριάζει / να χολεριάσεινα έχουμε χολεριάσει / να χολεριάζουμε / να χολεριάσουμενα έχετε χολεριάσει / να χολεριάζετε / να χολεριάσετενα χολεριάζουν / να χολεριάζουνε / να χολεριάσουν / να χολεριάσουνε
Προστακτική—χολέριαζε / χολέριασε——χολεριάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

χολεριάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →