χολεριάζω
•
- αμετάβατοπάσχω από χολέρα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπρόκειται να αρρωστήσω από χολέρα ή να μολυνθώ, επειδή π.χ. το σπίτι ή ο χώρος είναι πολύ βρόμικος, τα ρούχα επίσης, γενικά όταν επικρατούν ανθυγιεινές συνθήκες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χολεριάζω < χολέρα + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χολεριάζω | χολεριάζεις | χολεριάζει | χολεριάζουμε | χολεριάζετε | χολεριάζουν / χολεριάζουνε |
| Παρατατικός | χολέριαζα | χολέριαζες | χολέριαζε | χολεριάζαμε | χολεριάζατε | χολέριαζαν / χολεριάζαν / χολεριάζανε |
| Αόριστος | χολέριασα | χολέριασες | χολέριασε | χολεριάσαμε | χολεριάσατε | χολέριασαν / χολεριάσαν / χολεριάσανε |
| Μέλλοντας | θα χολεριάζω / θα χολεριάσω | θα χολεριάζεις / θα χολεριάσεις | θα χολεριάζει / θα χολεριάσει | θα χολεριάζουμε / θα χολεριάσουμε | θα χολεριάζετε / θα χολεριάσετε | θα χολεριάζουν / θα χολεριάζουνε / θα χολεριάσουν / θα χολεριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χολεριάσει | έχεις χολεριάσει | έχει χολεριάσει | έχουμε χολεριάσει | έχετε χολεριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χολεριάσει | είχες χολεριάσει | είχε χολεριάσει | είχαμε χολεριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χολεριάσει / να χολεριάζω / να χολεριάσω | να έχεις χολεριάσει / να χολεριάζεις / να χολεριάσεις | να έχει χολεριάσει / να χολεριάζει / να χολεριάσει | να έχουμε χολεριάσει / να χολεριάζουμε / να χολεριάσουμε | να έχετε χολεριάσει / να χολεριάζετε / να χολεριάσετε | να χολεριάζουν / να χολεριάζουνε / να χολεριάσουν / να χολεριάσουνε |
| Προστακτική | — | χολέριαζε / χολέριασε | — | — | χολεριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χολεριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →