χοντρούλης
•
- σχετικά χοντρός Βικιλεξικό
- χαϊδευτικάχοντρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χοντρούλης < χοντρ(ός) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χοντρούλης | χοντρούλα | χοντρούλικο |
| Γενική | χοντρούλη | χοντρούλας | χοντρούλικου |
| Αιτιατική | χοντρούλη | χοντρούλα | χοντρούλικο |
| Κλητική | χοντρούλη | χοντρούλα | χοντρούλικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χοντρούληδες | χοντρούλες | χοντρούλικα |
| Γενική | χοντρούληδων | — | χοντρούλικων |
| Αιτιατική | χοντρούληδες | χοντρούλες | χοντρούλικα |
| Κλητική | χοντρούληδες | χοντρούλες | χοντρούλικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →