χορτοθεριστικός
•
- που σχετίζεται με την κοπή (θερισμό) χόρτων ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χορτοθεριστικός < χόρτο + -ο- + θεριστικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χορτοθεριστικός | χορτοθεριστική | χορτοθεριστικό |
| Γενική | χορτοθεριστικού | χορτοθεριστικής | χορτοθεριστικού |
| Αιτιατική | χορτοθεριστικό | χορτοθεριστική | χορτοθεριστικό |
| Κλητική | χορτοθεριστικέ | χορτοθεριστική | χορτοθεριστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χορτοθεριστικοί | χορτοθεριστικές | χορτοθεριστικά |
| Γενική | χορτοθεριστικών | χορτοθεριστικών | χορτοθεριστικών |
| Αιτιατική | χορτοθεριστικούς | χορτοθεριστικές | χορτοθεριστικά |
| Κλητική | χορτοθεριστικοί | χορτοθεριστικές | χορτοθεριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →