χούφτωμα
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χουφτώνω Βικιλεξικό
- Την ακολούθησε στον τσέστερφιλντ. Μόλις αναπαύτηκαν, ο υπουργός άρχισε να της βάζει χέρι. Δεν πρόλαβε να ευχαριστηθεί το χούφτωμα, η Χρυσούλα ορθώθηκε με νέες αντιρρήσεις (Χρήστος Ναούμ, Άσωτοι έρωτες, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2014)
Ετυμολογία
χούφτωμα < χουφτώνω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χούφτωμα | χουφτώματα |
| Γενική | χουφτώματος | χουφτωμάτων |
| Αιτιατική | χούφτωμα | χουφτώματα |
| Κλητική | χούφτωμα | χουφτώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →