Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρηματισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. διαφθοράη δωροδοκία, η εξαγορά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χρηματισμός < αρχαία ελληνική χρηματισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχρηματισμόςχρηματισμοί
Γενικήχρηματισμούχρηματισμών
Αιτιατικήχρηματισμόχρηματισμούς
Κλητικήχρηματισμέχρηματισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →